
Χτες, φυσικά ήταν η μέρα του Βαγγελάκη.
Στον πουλόκοσμό μου όμως, χτες ήταν η μέρα των Μύχων. Από τα χαράματα, μπουνάτσα είχε, άρχισαν να μαζεύονται, ο Θεός ξέρει από που, και να πετούν σε μικρές ομάδες ξυστά πάνω από τα κύματα, σε μια ζώνη περί τα 300 μέτρα μακριά από την ακτή του νησιού. Από καιρό σε καιρό τα σμήνη εφορμούσαν στη θάλασσα απότομα, ο ένας μετά τον άλλο. Αφού έτρωγαν κάτι από την επιφάνεια του νερού (πλαγκτόν; γόνο;), πέταγαν αλλού κάποιοι, οι υπόλοιποι ακολουθούσαν και το πράγμα επαναλαμβανόταν. Όλα σιωπηλά. Πάνω από 300 μέτρησα τελικά. Μερικές δεκάδες γλάροι παρακολουθούσαν από κοντά και πέταγαν κι αυτοί πότε πότε στα σημεία του μεγάλου τσιμπουσιού, αλλά δεν προσπαθούσαν να φάνε κάτι. Προφανώς δεν έβρισκαν κάτι που να τους ενδιαφέρει. Κάποιες Καλικατζούνες κοιτούσαν απορημένες και συνέχιζαν τις βουτιές τους για ψαράκια. Γύρω στις 11 η μεγάλη κινητικότητα σταμάτησε, τα πουλιά έκατσαν διάσπαρτα δώθε κείθε, αλλά στις ίδιες περιοχές και το ένα σχετικά κοντά με το άλλο, παρατεταγμένα σχεδόν πάνω σε κάτι γυαλιστερές τεθλασμένες ζώνες στην επιφάνεια του νερού σαν ζώνες θαλάσσιων ρευμάτων, και συνέχισαν μέχρι τις 4 μμ ήσυχα το φαί τους, βουτώντας συνεχώς τα ράμφη τους εν είδει κουταλιών στην επιφάνεια της θάλασσας, προφανώς τρώγοντας κάτι. Μετά άρχισαν σιγά σιγά να φεύγουν. Είχαν φύγει όλοι μέχρι τις 6μμ.
Η νύχτα έπεσε με τέλεια μπουνάτσα, γλυκειά και με ένα μισοφέγγαρο υγρό και νοσταλγικό.
Σήμερα το πρωί όμως όταν ξύπνησα, στις 7πμ, φυσούσε γραίγος 6-7 μπωφόρ και η θάλασσα φουρτουνιασμένη. Βγήκα έξω και τι να δω; Το νησί ήταν γεμάτο μεταναστευτικά όλων των ειδών: Λευκές και Κίτρινες σουσουράδες, Καρβουνιαραίοι, Τσαλαπετεινοί, Σταχτοπετρόκληδες, Ασπροκωλίνες.
Το μάτι μου έπεσε όμως στο κέντρο του νησιού, που, σκουροκαφέ σιλουέτες κάθονταν ακίνητες πάνω στις αστοιβές και περίμεναν: πάνω από 12 Καλαμόκιρκοι. Με το που με είδαν σηκώθηκαν, όλοι κι άλλοι τόσοι. Ακόμη πιο πολλοί φτερούγιζαν από πάνω. Ο άνεμος συνέχισε αμείωτος όλο το πρωί. Πολλά μικροπούλια, άρχισαν να κάθονται στα απάνεμα μέρη. Αντίθετα οι Καλαμόκιρκοι, στην πλειοψηφία τους αρσενικοί (9 στους 10) και οι επίσης πολύ εντυπωσιακοί αρσενικοί Στεπόκιρκοι άρχισαν να περνούν ένας ένας, σε παρέλαση μπροστά από το φάρο με κατεύθυνση προς βοριά. Πολλοί τα κατάφερναν και συνέχιζαν πάνω από τη θάλασσα. Άλλοι μόλις έφταναν στο βορεινό ακρωτήρι, έκαναν μεταβολή και ξαναγυρνούσαν πίσω (και φαντάζομαι ξαναπροσπαθούσαν μετά). Μέτρησα πάνω από 90 από τους πρώτους και 15 από τους δεύτερους. Και απέξω αλλά και μέσα από το παράθυρο του φάρου απόλαυσα τα υπέροχα αυτά αρπακτικά από κοντά, γιατί με τέτοιο αέρα δεν ήταν δυνατόν να κάνω μετρήσεις, έτσι πέρασα πολύ χρόνο μέσα. Το σούρουπο πήγα στο νότιο τμήμα του νησιού με την ψηλή και πυκνή βλάστηση από αγριελιές και σχίνα. 10-12 Καλαμόκιρκοι πετούσαν από πάνω. Ξαφνικά δόθηκε συναγερμός και ξεπετάχτηκαν από τα σύδεντρα ίσαμε 76 Καλαμόκιρκοι που είχαν ήδη φτάσει και θα περάσουν τη νύχτα στο νησί (μάλλον).
Το συνεργείο από το MEGA που ήταν να έρθει σήμερα για να πάρει συνέντευξη από τον «ερημίτη», έφτασε στον Άγιο Κωνσταντίνο και γύρισε πίσω. Δεν θα υπήρχε τρόπος να φτάσουν από Αλόννησο στην Ψαθούρα. Το χειμώνα η Ψαθούρα δεν ξέρει από προγραμματισμό.
Οι κίρκοι αντίθετα δεν έχουν να επιστρέψουν πουθενά. Και συνεχίζουν.